Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Το φονικό του μύλου

Πέρασαν χρόνια αρκετά από την μέρα εκείνη
πού όλοι μας ευχόμαστε ποτέ μην ξαναγίνει.

Δίχως να χάσουνε καιρό χωρίς ν’ αργοπορούνε
κεφάλια κόβουνε σωρό στο αίμα κολυμπούνε.

Τσίβλικ έλεγαν το χωριό που γράφει η ιστορία
και οι κάτοικοι του έζησαν μεγάλη τραγωδία.

Σαν τα τραγιά τους σφάξανε χωρίς να λυπηθούνε
μετά γελώντας φύγανε τα νέα διαλαλούνε.

Τσίβλικ λέγανε το χωριό κοντά στη Σελευκεία
την ξακουστή μητρόπολη πέρα στη Μικρά Ασία.

Οι άλλοι κάτω στο χωριό ζούσαν με αγωνία
και ο πόλεμος μαινότανε με μίσος και μανία.

Ρωμιοί και Τούρκοι αρμονικά ζούσαν στον ίδιο τόπο
δουλειές εκάμανε μαζί πού αξίζανε τον κόπο.

Το τελευταίο στήριγμα ήταν οι νέοι εκείνοι
αφού κανείς εις το χωριό άνδρας δεν είχε μείνει.

Ήταν μύλος κει παλιός με το νερό γυρνούσε
κι ο μυλωνάς του μερακλής συνέχεια τραγουδούσε.

Ήταν όλοι τους μακριά σ’ ανατολή και δύση
γιατί ο Τούρκικος στρατός τους είχε εξορίσει.

Στον μύλο κείνο το παλιό και πλάι στο ποτάμι
εγίνηκε το μακελειό π’ ανθρώπου νους δεν βάνει.

Το μεσημέρι έφτασε, κι ακόμα να φανούνε
και τότε αρχίσαν σοβαρά πολύ ν’ ανησυχούνε.

Καρτέρι τους εστήσανε οι άτακτοι οι Τούρκοι
ποτέ ας μη ξημέρωνε Θεέ μου η μέρα ετούτη.

Πρώτος είδε το κακό, στον μύλο πούχε γίνει
ποτέ δεν ξαναμίλησε από την ώρα εκείνη.

Σε τούτο το νερόμυλο πού να’ ταν μαύρη η ώρα
έγινε τούτο το κακό πού θα σας πούμε τώρα.

Και βγάλανε απόφαση, να πάνε και να δούνε
ποιος είναι ο λόγος άραγε πού οι νεαροί αργούνε.

Τροχάδην εκείνο το πρωί πήγαν οι νιοι αντάμα
δεν ξέραν πως θα ζήσουνε τόσο μεγάλο δράμα.

Τρέχει αμέσως ο παππούς, Νικόλα τον ελέγαν
κι από τον μεγάλο του καημό τα μάτια δεν στερεύαν.

Νεκρούς ο μύλος γέμισε, ο τόπος δεν τους βάνει
κόκκινο απ’ αίμα βάφτηκε, το διπλανό ποτάμι.

Κόντρα τους βρήκε καιρός και η θάλασσα ν’ αφρίζει
δεν ήταν όμως μπορετό να βρούνε άλλη λύση.

Φτερά στα πόδια έβγαλε, να πάει στο χωριό τους
μαύρο χαμπάρι για να πει, πως σφάξανε τους ανθρώπους.

Στην προσευχή κατέφυγαν, έκαμαν τον Σταυρό τους
ελπίζοντας εις τον Θεό, να βρούνε το καλό τους.

Στην εκκλησιά κλειστήκανε, πού ήταν του Αϊ Γεωργίου
και έκτοτε σηκώσανε Σταυρό του μαρτυρίου.

Πέρασαν μέρη αρκετά, λιμάνι δεν εβρήκαν
ώσπου στην Κεφαλλονιά μία μέρα κατεβήκαν.

Εις το καράβι μπήκανε, με ζόρι μάνι-μάνι
στα πέλαγα γυρίζανε, και ψάχνανε λιμάνι.

Εκεί δεν έκατσαν πολύ δεν μπόρεσαν να ζήσουν
τόπο καλλίτερο γι’ αυτούς έπρεπε ν’ αναζητήσουν.

Με περιπέτειες πολλές, μετά από πέντε χρόνια
στην Κρήτη καταστάλαξαν, να μένουνε αιώνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου