ΑΒΡΑΑΜ Η τεχνική Λίμνη των Δαμανίων βρίσκεται στο Δήμο Αρχανών Αστερουσίων

ΔΑΜΑΝΙΑ : Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι Δαμάνια χθες σήμερα και αύριο.Η τεχνική Λίμνη των Δαμανίων βρίσκεται στο Δήμο Αρχανών Αστερουσίων λίγα μέτρα από τα σπίτια του χωριού. Η λίμνη στα Δαμάνια είναι από τις πιο όμορφες που διαθέτει όλη η Κρήτη η οποία σε συνδυασμό με το γαλήνιο τοπίο τριγύρω αποτελούν μια θαυμάσια πρόταση για μια μικρή απόδραση όχι πολύ μακριά από το Ηράκλειο. Υπάρχει μονοπάτι και χωματόδρομος περιμετρικά της λίμνης για περπάτημα και παρατήρηση των λουλουδιών αλλά και των πολλών πουλιών που ανακάλυψαν πολύ γρήγορα αυτό το νέο υδροβιότοπο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγωνίσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγωνίσου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Αγωνίσου, έχε πίστη κι όλα θα πάνε καλά!


Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών. Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή.
Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου. Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία. «Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες»!
Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι. Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού. Γιατί στ’ αλήθεια: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8, 28).
Και μην πεις στο τέλος ότι ήταν τυχαίο!

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

ΔΥΟ ΖΕΣΤΑ ΧΕΡΙΑ



Οι δρόμοι της Αθήνας ήταν ακόμη έρημοι. Χαράματα χειμωνιάτικης μέρας. Ο αγαθός λευίτης βάδιζε για την εκκλησία του, όπου θα έψελνε τον Όρθρο.
Ξάφνου, μία μισοσβησμένη φωνή, από τη γωνιά του δρόμου τον σταματά.
Ήταν ένας ρακένδυνος γέρος ζητιάνος, πού άπλωνε το ισχνό χέρι του, ζητώντας βοήθεια.
Ο παπάς, πατέρας πολυμελούς οικογενείας, του κάκου ψάχνει και ξαναψάχνει τις τσέπες του. Δεν βρίσκει ούτε πεντάρα. Λυπάται πολύ γι αυτό.
Τότε, αυθόρμητα, σκύβει στο ζητιάνο, αδράχνει με τα ζεστά πατρικά του χέρια το σκελετωμένο χέρι  το σφίγγει και με φωνή γεμάτη αγάπη και συμπόνια, λέει.
Αδελφέ μου, δε βρίσκω τίποτε να σου δώσω. Θα ξαναπεράσω να σε βρω, σαν θ΄άχω κάτι για σένα.
Τα ζεστά χέρια του παπά θέρμαναν το παγωμένο χέρι του ζητιάνου. Η απαλή και στοργική φωνή του γλύκανε σαν χάδι τη βασανισμένη καρδιά. Κι ο ζητιάνος τότε, με νέα φωνή απαντά.
Δέσποτα, μούδωσες το πάν. Νάξερες πόσα χρόνια είχε να πιάσει ανθρώπινο χέρι το δικό μου.