ΔΑΜΑΝΙΑ

ΔΑΜΑΝΙΑ

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1866-1869

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1866-1869

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΠΑΣΑ
-ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΥΛΙΣΣΟΥ ΚΑΙ ΚΑΜΑΡΙΩΤΗ
-Η ΕΚΘΕΣΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
-Η ΑΠΟΚΥΡΗΞΗ ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ
Οι αρχηγοί μετά την σύναξή τους στα Ανώγεια, αποφασίζουν να κατέβουν στα στενά του Στρούμπουλα και της Τυλίσσου, ώστε να προκαλέσουν τους Τούρκους σε μάχη.
Πράγματι, ο Ρεσίτ πασάς του Ηρακλείου εξέρχεται και σπεύδει προς την Τύλισσο, ενώ συγχρόνως δίνεται εντολή στον πασά του Ρεθύμνου, να δημιουργήσει αντιπερισπασμό από την μεριά του Γαράζου Μυλοποτάμου, ώστε οι επαναστάτες να βρεθούν εντός δύο πυρών.
 
Ο Μιχ. Σκουλάς, αρχηγός Μυλοποτάμου, στην έκθεσή του προς την επιτροπή της Σύρου, αναφέρει τις λεπτομέρειες των μαχών Τυλίσσου, Αστυρακίου και Καμαριώτη. Εμφανής όμως είναι, όπως θα δούμε στην έκθεση, και η αντιπαλότητα του Κορωναίου, Πετροπουλάκη.
Γενικά Αρχεία Κράτους. Φακ. 000 – 435.
Έρευνα, μετεγγραφή κειμένου: Μιχ. Γ. Σκουλάς (Καπετανομιχάλης) Δικηγόρος.
Προς
Την Σεβαστήν των Κρητών επιτροπήν εις Σύρον.
Δέκα εννέα μάχας συνεκροτήσαμεν από τας αρχάς του αγώνος μέχρι σήμερον, δύο εξ’ ημών (αδέλφια του) έπεσαν ο μεν προ των πυλών του Ηρακλείου, ο δε εις Αρκάδιον όστις και επυρπόλησεν την πυρίτιδα, και όμως ουδεμίαν έκθεσιν διεβιβάσαμεν, ουδένα έπαινον επροκαλέσαμεν, ελπίζοντες ότι αγωνιζόμενοι φανερά και ενώπιον πολλών μαρτύρων ουδείς θέλει τολμήσει να οικειοποιηθή τας δάφνας του εταίρου.

Ερχόμεθα τώρα και εις τας συγκροτηθείσας δύο μάχας. Πρώτα βεβαιούμεν υμάς, ότι οι στρατολογηθέντες εθελονταί εξαιρουμένων των αξιωματικών και υπαξιωματικών και τινών άλλων εξαιρέσεων, δεν ηδύναντο ποτέ να ονομασθούν στρατιώται. Ηδυνάμην να είπω περί αυτών πολλά αλλά… θέλετε τινά εύρη και εις την διαταγήν την οποίαν εξέδωκεν ο Αλέξ. Υψηλάντης ότε εισήλθεν εις το Αυστριακόν έδαφος.
 
Τα φυσέκια όσα διανεμήθησαν εκάησαν, εις τον αέρα τας τροφάς κατεσπατάλησαν εις ολίγας ημέρας, και τους κατοίκους παρόργησαν διά της ακολάστου διαγωγής των, και εις τας μάχας πολύ ολίγοι παρευρέθησαν.
Την 15 Ιανουαρίου στη συνεκροτήσασα αψιμαχία εις Τύλισσον εξ’ εντοπίων και τίνων μανιατών εις την οποίαν υπερισχύσαμεν δι ό κακώς την οικειοποιείται ο Πετροπουλάκης, διότι ευρίσκετο 15 μίλια μακρυά.
Παρατηρήσας εντεύθεν τα κινήματα του εχθρού εννόησα ότι την επαύριον ήθελε έχωμε πεισματώδην μάχην δι’ ό έγραψα εις όλους τους Αρχηγούς να έλθουν να καταλάβωμεν τας άκρας του Στρουμπούλου μέχρι Σορού αίτινες είναι αρκετά ισχυραί, και από τας οποίας δεν δύνανται ποτέ ο εχθρός να μας μετατοπίση.
 
Ο Παύλος Ντεντιδάκης κατέλαβεν τον Σορόν, εγώ μετά του Κορωναίου διενυκτέρευσα εις Στρούμπουλο έχων 100 Ανωγειανούς. Ο Πετροπουλάκης όμως ερίζων μετά των αρχηγών Γενίσαρλη και Βυζαντίου ήτο της γνώμης ότι δεν μας πολεμούν εκείνη την ημέρα, και έμεινεν εις Καμαριώτην.
Ο εχθρός την επαύριον εκινήθη πανταχόθεν. Ο Παύλος κι εγώ ετηρήσαμεν τας θέσεις μας, αλλ’ ο εχθρός εισήλθεν από τ’ ανοικτά μέρη οπότε ηναγκάσθημεν να τον παρακολουθήσω μεν δεξιόθεν και αριστερόθεν μέχρι Αστυράκιον, όπου τον υπεδέχθησαν 116 περίπου εντόπιοι μετά τινών αξιωματικών και ολίγων εθελοντών.
Η θέσις και πάλιν ήτο βοηθητική και αν ήρχοντο οι εθελονταί η νίκη ήθελε στέψει τα όπλα μας, αλλ’ αυτοί διεσκορπίσθησαν αμέσως εις τα ενδότερα του Μυλοποτάμου. Πολλάκις απεκρούσαμεν τον εχθρόν και εφέραμεν εις αυτόν ανυπολογίστους ζημίας.
Επελθούσης της νυκτός ανήλθομεν εις Ανώγεια ο δε εχθρός εσκήνωσεν εις Καμαριώτην. Παρέλειψα να σας πω ότι εκ των εντοπίων αρχηγών, ο μεν Κορωναίος ησθένησε, ο δε Ρωμάνος (υπαρχηγός του νομού Ηρακλείου) έλαβεν μεθ’ ημών ενεργητικόν μέρος, και ο Παύλος επληγώθη προς το εσπέρας επικινδύνως, εγώ δε πολλάκις περιεκυκλώθην υπό του εχθρού.
 
Το εσπέρας ανήλθον εις Ανώγεια όσοι εκ των εθελοντών έλαβον μέρος εις την μάχην ίνα συσκεφθώμεν περί του πρακτέου. Οι κάτοικοι όμως ιδόντες, ότι το πλείστον μέρος του στρατού διελύθη, και ότι την επαύριον έπρεπε να πολεμούν με δύο στρατούς, του Ηρακλείου και της Ρεθύμνης, διότι έφθασεν και αυτός εις Γαράζο, απεφάσισαν οι μεν γέροντες και τα παιδιά να προσέλθουν, οι δε νέοι μετά των εθελοντών ν’ αναχωρήσουν, όπερ και εγένετο.
 
Οι Τούρκοι επομένως εισήλθον αναιμάκτως (αμαχητί) εις Ανώγεια, αλλά παρασπονδήσαντες διήρπασαν όλα τα ζώα, τους καρπούς και τα ενδύματα των επί τω σκοπώ φαίνεται να τους καταβάλλουν διά της πείνης. Ήδη ευρισκόμεθα και πάλιν εις τα όπλα, και ετοιμαζόμεθα να παρακολουθήσωμεν τον εχθρόν εις Αρμάριον και Άγιον Βασίλειον. Τροφαί ελλείπουν καθ’ ολοκληρίαν εις όλην την Κρήτην και κινδυνεύομεν ν’ αποθάνωμεν όλοι της πείνης, εάν δεν ληφθή πρόνοια ν’ ανοιχθώσιν υπό των Ευρωπαίων τίνες λιμένες.
 
Φυσέκια χονδρά μας ελλείπουν των μινιάδων, καλόν ήτο να εστέλλοντο διά παντός μέσου τίνα καλούπια. Επαναλαμβάνω και πάλιν να σας είπω να δημοσιεύσητε την παρούσαν μου υπό όλην μου την ευθύνην. Επιφυλάσσομαι ν’ ανασκευάσω και άλλας εκθέσεις, και
Διατελώ Υμέτερος Θεράπων
Μιχ. Α. Σκουλάς.
Υ.Γ. Οι ξένοι αρχηγοί άπαντες διαφωνούν και τούτο είναι η καταστροφή μας. Προτιμώτερον ήτο να έλλειπαν όλοι αυτοί και να παρεχωρούντο τα μέσα εις τους εντοπίους Αρχηγούς να στρατολογούν 200 – 300 έμμισθους και δι’ αυτούς να διοικούν και τους λοιπούς.
Μετά την μάχη του Καμαριώτη, όπως αναφέρει ο Μιχ. Σκουλάς, αλλά γνωρίζουμε και από άλλες πηγές, αντιπροσωπεία Ανωγειανών, με επικεφαλής τον παπά – Μιχαλάκη Σκουλά (του νταβά της Νίδας), προσήλθε και δήλωσε υποταγή στους Τούτκους, για να διασωθούν τα γυναικόπαιδα από την σφαγή και την ατίμωση, καθώς την επόμενη ημέρα βρέθηκαν στα Ανώγεια τόσο ο Ρεσίτ του Ηρακλείου, όσο και ο Ομέρ του Ρεθύμνου.
Οι Τούρκοι πράγματι, δεν προέβησαν σε σφαγές του άμαχου πληθυσμού, αλλά όπως συνάγεται από αδημοσίευτη έκθεση των Ανωγειανών οπλαρχηγών, λεηλάτησαν άγρια τα Ανώγεια, αφαιρώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να θρέψει και να ενδύσει τους Ανωγειανούς, ώστε τελικά, μέσω της πείνας και του κρύου, να καταβάλουν τον άμαχο πληθυσμό. Επίσης, έκαψαν δύο σπίτια καθώς και το σπίτι του Μιχ. Σκουλά.
 
Την έκθεση του Μιχ. Σκουλά, αλλά και κάποιες άλλες τις γνωρίζω αρκετά χρόνια, από το αρχείο του Καπετανομιχάλη (Μιχ. Σκουλάς). Μου έκανε εντύπωση, ότι ο Μιχ. Σκουλάς εκφραζόταν με τα χειρότερα λόγια για τους εθελοντές. Τελικά όμως φαίνεται, ότι η ιστορική έρευνα έχει απαντήσεις για όλα.
 
Μία μερίδα των εθελοντών που έφερε ο Πετροπουλάκης, μετά τις μάχες Τυλίσσου και Αστυρακίου, βλέποντας φαίνεται ότι ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι, αποστάτησαν και εισήλθαν στο εσωτερικό του Μυλοποτάμου με σκοπό, να παραδοθούν στους Τούρκους και να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Κατά την παραμονή τους στον Μυλοπόταμο, για να επιζήσουν προφανώς, μέχρι να έρθουν σε συμφωνία με τους Τούρκους, άρχισαν να ληστεύουν τους κατοίκους των χωριών. Όσους δε αντιστέκονταν, τους ξυλοκοπούσαν και τους κακοποιούσαν γενικότερα. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο, να σκοτώσουν τον Χρόνη Κεφαλογιάννη από τα Ανώγεια.
 
Οι κάτοικοι του Μυλοποτάμου, σε σύσκεψή τους στο Γαράζο, αποστέλουν επιστολή προς την τμηματική επιτροπή Ρεθύμνου, λέγοντάς της να τους «μαζέψει», διαφορετικά θα τους σκοτώσουν όλους.
 
Οι νέοι αυτοί «Εφιάλτες», μετά τις σχετικές διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, μεταφέρονται στο λιμάνι του Πειραιά, όπου και πάλι άρχισε να συρρέει το πλήθος με σκοπό να τους λιντσάρει. Προ της εκρύθμου αυτής κατάστασης το πλοίο αναγκάσθηκε να αποπλεύσει και να τους επιβιβάσει σε ερημική τοποθεσία της Πελοποννήσου. Ο Χριστόφορος Κοντός αναφωνεί τότε για τους νέους αυτούς αποστάτες «Έλληνες» υπηκόους:
« Ω νίες Ελλάδος, ηνί τριηκόσιοι κατένευσαν Αυ κεφαλήν Τούρκοις τεύχε’ αφέντες άφαρ! Τους δε φέρον γ’ ανά νηΐ μελαίνη αψ’ ενί βάντας. Εκ Κρήτης ες εών πατρίδα ηΰτε βους. Αν θέμα πάσι γ’ είη τοις ουν και χείροσι τούτων, οι κρατέοντες νυν Ελλάδος ήγον άτην.
Ο φοιτητής της θεολογίας
Χριστόφορος Κοντός.
Στη μάχη του Καμαριώτη, όπως γνωρίζουμε, τραυματίστηκε ο αρχηγός Μαλεβυζίου και Τεμένους Παύλος Ντεντιδάκης.
Ο Παύλος Ντεντιδάκης καταγόταν από τους Κομιτάδες Σφακίων. Για κάποιο λόγο μετοίκησε στον Άγιο Μύρωνα Μαλεβυζίου, όπου και παντρεύτηκε. Ασκούσε δε το επάγγελμα του ενοικιαστή των φόρων. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του Μοναστηριακού ζητήματος και είναι ο άνθρωπος που ύψωσε την πρώτη, ανεπίσημη σημαία της επανάστασης, στην μονή του Αφέντη Χριστού στον Άγιο Μύρωνα στις 30 Ιουλίου 1866, όπου και ορκίστηκαν 3.000 επαναστάτες της Μεσαράς, του Μαλεβυζίου, του Τεμένους και του ανατολικού Μυλοποτάμου.
Μετά τον τραυματισμό του, στις 17 Ιανουαρίου 1867, μεταφέρθηκε στην μονή Δισκουρίου, όπου και πέθανε στις αρχές Απριλίου του ίδιου έτους. Η σύζυγος και τα παιδιά του, με ενέργειες της κυβέρνησης της Κρήτης, επιβιβάστηκαν στο Αρκάδι και μεταφέρθηκαν στον Πειραιά. Η οικογένεια φαίνεται, ότι δεν κατέβηκε στην Κρήτη μετά το τέλος της επανάστασης, αλλά ρίζωσε στον Πειραιά, όπου και βρίσκονται σήμερα οι απόγονοί της.
 
Περισσότερα όμως για την δράση του Παύλου Ντεντιδάκη θα δούμε στο τέλος της εργασίας, στα αφιερώματα για τους πρωταγωνιστές της επανάστασης, που θα ακολουθήσουν.
 
Μετά την λεηλασία των Ανωγείων από τους Τούρκους, οι Ανωγειανοί οπλαρχηγοί αποστέλουν επιστολή στον πρόξενο της Αγγλίας στο Ρέθυμνο, Καλοκαιρινό, και του περιγράφουν την κατάσταση.
ΕΚΘΕΣΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΑΝΩΓΕΙΩΝ
Προς την Α. Εξοχότητα τον υποπρόξενον της Μ. Βρετανίας κον κον Θ. Καλοκαιρινόν.
Εξοχότατε.
Δεν αμφιβάλλομεν ότι αι πυρπολύσεις, αι διώξεις, αι λεηλασίαι, αι ύβρεις, προς τα ιερά Ευαγγέλια, τους Ναούς, αι ερημώσεις τας οποίας επενήργησεν ο Τουρκικός στρατός εις όλον το έδαφος της πολυπαθούς Κρήτης, είναι γνωσταί προς τας Χριστιανικάς Κυβερνήσεις, ότι δε θέλοντες ανεχθή να επαναληφθούν προ των οφθαλμών της Ευρώπης αι σκηναί των ημερών του Βαγιαζήτ, των ομήρων από το κράτος εκείνον το οποίον διά πολλών θυσιών συντηρήται, εις την Ευρωπαϊκήν οικογένειαν καταταχθέν.
 
Επί τη ελπίδα ταύτη σπεύδομεν να υποβάλομεν διά υμών εις τας Κυβερνήσεις σας την καταστροφήν την οποίαν ενήργησε παρασπόνδως ο Ρεσίτ πασάς εις το χωρίον Ανώγεια και εις ολόκληρον την επαρχίαν Μυλοποτάμου. Βέβαιοι ούτοι ότι θέλομεν τύχει φιλανθρώπου, χριστιανικής προστασίας.
 
Κατά την 26 Δεκεμβρίου αποβιβάσθη εις την Αγίαν Πελαγίαν ο αρχηγός Πετροπουλάκης μετά 500 περίπου εθελωντών. Η επαρχία άπασα συνεκινήθη. Η επανάσταση ανανεώθη, διάφοροι μάχαι συνεκροτήθησαν υπό εθελοντών και λοιπών, εις τόπον καθ’ εις εθριάμβευσαν τα Ελληνικά όπλα.
Κατά τας 16 όμως του μηνός Ιανουαρίου οι δύο στρατοί Ρεθύμνης, Ηρακλείου ανάγκασαν ημάς να υποχωρίσομαι μετά την πισματικήν μάχην του Αστυρακίου. Οι εθελονταί μετά τινών υποχώρησαν οι δε κάτοικοι προσήλθον εις τον Ρεσίτ πασάν μετά μεγάλης πρεσβείας. Όλοι διαβεβαίωναν κι ημάς ότι θέλωσιν ευθύς παύσαι αι σφαγαί. Διό οδήγησαν αυτόν ανεμοτί και με εγγυήσεις εις το χωρίον Ανώγεια, ούτος όμως εισελθών μεθ’ όλου του, του στρατού, κατακρατήσας τας οικογενείας μεταχειρίσθη ημάς ως εχθρός, διαρπάσας τα πρόβατα, τους βόας, τα κτήνη μας, εδήμευσεν τους καρπούς, τας τροφάς, τα ενδύματα μας.
 
Επέφερε 10 περίπου εκατομμυρίων γροσίον ζημιάν εις το χωρίον, αφήκεν άνευ άρτου και ενδυμάτων 500 οικογενείας, αφού πρότον υπέσκυσεν όλα τα δεινά ακολάσοι στρατού προ των οφθαλμών δύο πασάδων.
Εκθέτοντες ταύτα πάντα ελπίζωμεν ότι αι χριστιανικαί δυνάμεις δεν θέλουν ανεχθή τοιαύτα ανοσιουργήματα εν πλήρει 19ο αιώνι εν τω μέσον της Ευρώπης, ότι τας πυρπολήσεις των ναών, των Μοναστηρίων θέλουν θεωρούν ως ύβριν προς άπανταν τον Χριστιανισμόν, ως πόλεμον του Κωρανίου προς το Ευαγγέλιον, ότι θέλοντες επιδιώξη την επανώρθωσιν όλων τούτων προς θρίαμβον του Πολιτισμού και της Χριστιανοσύνης.
Ευέλπιδες ότι θέλει διαβιβάσουσιν την παρούσαν μη όπου υποσειμειούμεθα.
Ανώγεια τη 1 Φεβρουαρίου 1867.
Ευσεβαστώς οι υμέτεροι θεράποντες.
Μ. Α. Σκουλάς.
Γ. Α. Σκουλάς.
ΜΑΝ. Ξετρύπης.
Γρηγ. Σπυνθούρης.
Γεώρ. Κεφαλογιάννης.
Οι επαναστάτες, μετά την άνοδό τους στα Ανώγεια, φεύγουν και πηγαίνουν προς τις επαρχίες Αγίου Βασιλείου και Αμαρίου. Οι Τούρκοι εκστρατεύουν εναντίον τους από δύο σημεία. Από το Ρέθυμνο φεύγει ένα τούρκικο σώμα αλλά και ένα τμήμα από τον στρατό, που είχε συγκεντρωθεί στα Ανώγεια. Οι επαναστάτες όμως, τους αντιμετωπίζουν με επιτυχία στις μάχες που διεξάγονται γύρω από την περιοχή του όρους Βρύσυνας, κι έτσι οι Τούρκοι αναγκάζονται να υποχωρήσουν. 
Εκεί όμως είναι που αρχίζουν να βγαίνουν ξανά τα κακά της φυλής. Ο Πετροπουλάκης, από ότι φαίνεται, εποφθαλμιούσε την θέση του Κορωναίου στο Ρέθυμνο. Έτσι, σε προκήρυξή του εναντίον των αποστατών του σωματός του, υπονοεί τον Κορωναίο ως υπεύθυνο της αποστασίας ονομάζοντας τον ως νέο εφιάλτη.
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ
Ημερισία διάταξις:
Επίστευον ότι η Ελλάς έπαυσε να γεννά εφιάλτας ∙ (αναφέρεται στον Κορωναίο). Εψεύσθην όμως∙ μικρόψυχοι τινες, πλην και ραδιούργοι, πριν ημείς πατήσωμεν το έδαφος της Κρήτης εσχεδίαζον να επανέλθωσιν εις την Ελλάδα∙ η έλευσις ημών εγένετο εις αυτούς πρόσκομμα∙ ήθελον οι άθλιοι να καλύψωσι την μικροψυχία των δι’ ευφήμου τρόπου, και αόκνως τούτο επιδιώκοντες, κατώρθωσαν ν’ αποπλανήσωσι και τίναι των ημετέρων, οίτινες, επιλήσμονες του όρκου όν έδωκαν ενώπιον του αρχιερέως εν Γυθείω, επιλήσμονες και του όρκου όν έδωκαν ενταύθα εις χωρίον Μάραθον, προ της εν Ρωδιαίς μάχης, επιλήσμονες των συμβόλων και της επιγραφής ήν φέρει η σημαία του σώματος ημών, επεχειρίσθησαν προδοτικώς, και επιόρκως, και εις τας χείρας του εχθρού παρεδόθησαν, όπως ατίμως εις Ελλάδα επανέλθωσιν. ‘Εστωσαν επικατάρατοι! ‘Εστωσαν ανάξιοι του ελληνικού ονόματος! ‘Εστωσαν, αδελφοί, ισότιμοι του Εφιάλτου!!!
Αναγνωρίζω το τι ενταύθα υποφέρετε, αλλά του το αναβιβάζει και καθιστά υμάς υπερτέρους των στρατιωτών του Ξενοφώντος, κατά την εκ Περσίας εις Ελλάδα επάνοδόν των. Θαρρείτε! Συσφιγχθήτε περί εμέ τον γέροντα! Η επανάστασις ζη, ελπίζω δε εις τον ‘Υψιστον να επανέλθωμεν εις την Ελλάδα εντίμως και Ελληνοπρεπώς.
 
Εν χωρίω Κούμια της επαρχίας του Αγ. Βασιλείου της Κρήτης, τη 28 Ιανουαρίου 1867.
Ο Αρχηγός Ο Υπασπ. του Αρχηγού
Δ. Πετροπουλάκης Α.Ν. Βότσης
Ο Πετροπουλάκης όμως δεν σταμάτησε εκεί. Την επόμενη μέρα 29 Ιανουαρίου 1867 σε σύσκεψη στο ίδιο χωριό, Κούμια ή Ακούμια Αγίου Βασιλείου πείθει τον Μιχ. Κόρακα και τους αρχηγούς των επαρχιών του Ρεθύμνου, ότι για όλα τα κακά φταίει ο Κορωναίος, και υπογράφουν την αποκήρυξη του από αρχηγού του νομού Ρεθύμνου. 
Οι αρχηγοί του Ρεθύμνου που υπέγραψαν ήταν: Μιχ. Σκουλάς, Γεωργ. Μ. Δασκαλάκης, Αν. Μαρινάκης, Κωνστ. Τσελεπάκης, Ιωαν. Βασιλογιώργης, Μιχ. Γ. Βαβουράκης, Γεωργ. Ξετρύπης, Αντ. Δασκαλάκης, Μάρκος Βουγιουκλάκης, Ιωάννης Σγουρός, Διογένης Μοσχοβίτης. Γραμματέας και συντάκτης του κειμένου της αποκήρυξης ήταν ο έμπιστος του Δημ. Πετροπουλάκη Αριστ. Σπανόπουλος.
Η Γενική Συνέλευση των Κρητών δεν αποδέχθηκε τις αιτιάσεις εναντίον του Κορωναίου , του Κόρακα και των αρχηγών του Ρεθύμνου και αναίρεσε την απόφασή τους εξαναγκάζοντάς τους να αναιρέσουν τις υπογραφές τους. Έκτοτε οι σχέσεις του Κορωναίου με τους Πετροπουλάκη - Κόρακα φαίνεται να πέρασαν από τα «σαράντα κύματα».
Τα γεγονότα αυτά στα Κούμια, τις σχέσεις του με τον Πετροπουλάκη, περιγράφει ο ίδιος ο Κορωναίος, σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Μητσοτάκη και η οποία βρίσκεται στο αρχείο του Ι.Μ.Κ. σήμερα. Καταγγέλει δε ως κυρίως υπαίτιους την επιτροπή Αθηνών, η οποία μετέφερε τον φατριασμό της με τα πολιτικά κόμματα της Ελλάδος, δυστυχώς και στην Κρήτη.
ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΣ. Ανώγεια τη 26 Φεβρ. 1867
Φίλε Κύριε (Μιτσοτάκη)
«Τας επιστολάς σας έλαβα πολύ αργά διότι μοι κατεκράτησεν αυταίς ο Κύριος Πετροπουλάκης εις Κρήτην δεν έπαυσεν ραδιουργών με πολυτρόπως και εκατόρθωσεν να παρασύρη εις κακοτοπίας καπεταναίους να γράψωσιν εναντίων μου εις την συνέλευσιν.
 
Τούτο μαθών μετέβιν ο ίδιος παρ’ αυτή και εξεκαθάρισα μεν τα πάντα, ώστε ουχί μόνον ανακαλύφθη η ραδιουργία και η πλεκτάνη αλλά και αυτοί οι υπογράψαντες μεταμελήθησαν και μοι ομολόγησαν την απάτην των. Αλλ’ έτι μάλλον εξηγριώθη εκ της αστοχίας του ταύτης ο Κύριος Πετροπουλάκης και χθες αφού εμέθυσε τον Δασκαλάκην τον έπεμψε συνοδευόμενον υπό Μανιατών να επιτεθή κατ΄ημών και να με φωνεύση και εφώναζεν ο ίδιος. Μόνη η Δωβιανή υπομονή μου με έσωσε εκ δαρμού μεγάλου.
Αυτή είναι κύριε η αμοιβή του κόπου μου και των θυσιών μου την οποία δυστυχώς ενθαρίνουν και υφαίνουν οίτινες όφειλον να με δίδουν άπασαν την υποστήριξιν των.
Και υμείς κύριε και ενωώ άπαντας τους εις τα φρούρια φίλους και η επιτροπή των Αθηνών συντελείτε εις ταύτα δια της προς με αδιαφορίας σας ή δια της προς τον εχθρόν μου υποστηρίξεως σας, ούτω δεν παύουν λέγοντες ότι και υμείς και η επιτροπή των Αθηνών γράφετε κατ΄εμού και ούτω έπραξαν τινά, να πράξωσιν ότι έπραξαν και ενθαρύνονται εις τας κατ’ εμού ραδιουργίας.
Η επιτροπή των Αθηνών, ότε μοι έγραψεν προ πολλού ότε χρήματα μ’ έπεμψεν. Προχθές ο εν Ρεθύμνης φίλος έπεμψεν εις μεν τον Πετροπουλάκην 150 λίρας εις δε τον Γενισαρλήν και Καραϊσόγλου ανά 100. Εις εμέ δε ουδέν. Δεν ενθαρύνεται ούτω ο εχθρός μου; Δύνανται να συγκριθή η θέσις μου μετ’ εκείνων; Αι δαπάναι μου με τας εκείνων;
 
Η θέσις μου κύριε κατέστη, ανηπόφορος και αν δεν ήτον το μέγαν συμφέρον της Ελλάδος προ πολλού ήθελον αποσυρθή αλλά σας ομολογώ ότι πλέον∙ υμάς δύνασθε να τα διωρθώσητε εάν θέλη, πρώτον μεν γράφοντες τα δέοντα εις τους εγχωρίους οπλαρχηγούς, δεύτερον υποστηρίζοντες με, ή δια των επιστολών σας ή δια των αναγκαίων δαπανών και τρίτον απομακρύνοντες τον Πετροπουλάκην.
Τα της επαναστάσεως…»
Ο Μουσταφά πασάς μετά την αποτυχία του πολιτική και στρατιωτική ζήτησε από την Πύλη να αντικατασταθεί και έτσι αποχώρησε από την Κρήτη, τον Φεβρουάριο του 1867. Τα «πεπραγμένα» της εξάμηνης παραμονής του στην Κρήτη τα διαβάζουμε από σχετικό έγγραφο.
Σύντομος εξιστόρησις των παθημάτων του Κρητικού λαού, από του Αυγούστου Π.Ε. μέχρι σήμερον. (Φεβρουάριος 1867).
«Η πολυπαθής και καθημαγμένη Κρήτη έμελλε να πάθη και εις την λήξιν του 19ου αιώνος τοσαύτα παθήματα και τοιαύτα, όσα εν τη ιστορία του κόσμου δεν απαντά τις.
Ο νυν αγών της Κρήτης ήρχισεν από τον Αύγουστον του 1866. Ο πρώτος σπινθήρ, όστις ανήψε την λαύραν της επαναστάσεως, ήτο η δεσποτική και τυραννική διοίκησις του Σουλτάνου, και μάλιστα το τρομερόν όργανον αυτού, ο αιμοχαρής Ισμαήλ πασάς, όστις παρεμπόδιζε δια των αισχροτάτων οργάνων του την σύστασιν εκπαιδευτηρίων. Ο εωσφόρος ου μόνον το φως του ηλίου δεν ήθελε να διαδοθή εις τον Κρητικόν λαόν, αλλ’ ούτε και μικράν λυχνίαν, αν και δια μυρίων διαμαρτυρήσεων και παραστάσεων απήτησαν την σύστασιν τοιούτων σχολείων, άτινα αυτός ούτος είχε καταστρέψει άλλοτε∙ αλλά το χείριστον επενέβαινεν και εις αυτήν την ιεράν θρησκείαν των κατοίκων χριστιανών.
Ο λαός της Κρήτης ευρίσκεται εν τη Μεσογείω και πολλά τέκνα αυτής, αναστρέφονται μετά των ευρωπαϊκών λαών και ιδίως με τους ομόφρονάς των ‘Ελληνας, και εκ του σύνεγγυς βλέπουν την ευημερίαν και πρόοδον των λαών των φιλελεύθερων εθνών, και το μεγαλείον του ανθρώπου.
 
Νέοι ευπαίδευτοι Κρήτες, ευφυείς, από καταγωγήν καλήν, διήλθον πολλά μέρη της Ευρώπης, είδον, ήκουσαν, και εμπνεόμενοι από το αίσθημα της ελευθερίας και από τα αρχαία αθάνατα μνημεία των προγόνων των, διελθόντες την αλυσσοδεμένην και εν τω σκότει ευρισκομένην πατρίδα των από χωρίον εις χωρίον και από επαρχίας εις επαρχίαν, (ο συγγραφέας εννοεί τους πρωταγωνιστές του Μοναστηριακού ζητήματος), είδον ως και εγώ παρετήρησα, τα εξής θλιβερά, άτινα δεν απαντά τις εις τους πλέον βαρβάρους, άτινα και εγώ αυτός απήντησα, και τα δάκρυα μου δεν ηδυνήθην να κρατήσω κατά την αυτήν εποχήν, ότε η ελευθέρα Ελλάς παλαίουσα επί δεκαετίαν ανέκτησε την ελευθερίαν της, κατά την αυτήν εποχήν υπέπεσε πάλιν εις τας χείρας της τυραννικής διοικήσεως του Σουλτάνου η νήσος, αύτη.
 
Προ τριακονταετίας η ελευθέρα Ελλάς ανέκτησε την ελευθερίαν της, και ήδη αποκαθίσταται πρότυπον βασίλειον της Ανατολής. Εις οποίον μέρος της Ελλάδος και αν πατήση, παντού βλέπει ο περιηγητής την μεγίστην πρόοδον και την άμιλλαν εις τας επιστήμας και τέχνας αναλόγως του χρόνου.
 
Εις δε την Κρήτην, τον τόπον αυτόν του Μίνωος, δεν απαντά τις ουδέν σημείον προόδου όθεν και αν διέλθη ο Οθωμανός θεωρεί τον χριστιανόν ως κτήνος∙ ο χωρικός απέναντι του Αγά, θεωρείται ως μη υπάρχων ή ών υποτελής αυτώ και υπόχρεως να εκπληροί τας θελήσεις του.
 
Διήλθον τον Μυλοπόταμον, Μαλεβύζιον, Μεσαράν, Πεδεάδα, Άγιον Βασίλειον, Λασίθιον και παντού απήντησα την συγκοινωνίαν διακεκομμένην∙ οι Τούρκοι εισί κεκλεισμένοι εις τα φρούρια και δεν έχουσιν ουδεμίαν συγκοινωνίαν ελευθέραν και άφοβον μετά των χριστιανών. Οι Τούρκοι εν πρώτοις λαβόντες καιρόν και ευρόντες αόπλους τους χριστιανούς, κατέκαυσαν ολοκλήρους επαρχίας, αφήρπασαν τα σιτηρά των, τα έλαια, τους οίνους, τα ενδύματα των, τα ζώα των και παν ό,τι ηδύναντο, αφήσαντες τας οικογενείας εις την πλέον ελεεινήν θέσιν. ‘Οπου υπήρχε συγκέντρωσις αδυνάτων οικογενειών ή εις σπήλαιον ή εις άλλο μέρος, εκείσε συνεκέντρωναν τους αιμοχαρείς στρατούς των δια να εκδικηθώσι τας οικογενείας αντί να καταδιώξωσι και καθυποτάξωσι τους επαναστάτας.
 
Έφθειραν μέγαν αριθμόν παρθένων, κατέστρεψαν και εβεβήλωσαν δύο χιλιάδας τριακοσίους τριάκοντα ναούς, επυρπόλησαν πολλάς πλουσίας μονάς, ένθα πολλοί χριστιανοί κατέφυγον και πολλά κειμήλια υπήρχον διότι οι ηγούμενοι αυτών και οι λοιποί πατέρες ησπάσθησαν την επανάστασιν εις τας μονάς Γοργολαϊνη, Βώσακος, Κηραλεούσης, Παντελεήμονος, Δυσκουρίου, Σαββατιανής, Επάνω Σιφίου (Επανωσήφης), και άλλας πολλάς, προ πάντων τας γνωστάς Μονάς Αρκαδίου και Ιερουσαλήμ, (είναι στο χωριό Λουτράκι Μαλεβυζίου), μη αφήσαντες πέτραν επί πέτρας∙ εκείσε ο θεατής καταπλήττεται βλέπων εισέτι ίχνη πτωμάτων χριστιανών κεκαυμένων από την πυρίτιδα, τω δε Οθωμανών ως κέρματα (κρέατα;) γινόμενοι βορά των όρνεων.
 
Εκεί η ανθρώπινος διάνοια αφαιρείται, ευρισκόμενη εις αμηχανίαν πώς να ονομάσει τους πεσόντας ήρωας τούτους, και πώς να ονομάση τον αιμοβόρον Μουσταφά πασάν.
 
Ο μεν ηγούμενος Αρκαδίου εφονεύθη εις την αθάνατων αυτήν μάχην, ο δε της Ιερουσαλήμ ζη, αφού απώλεσε τα πάντα. Ο ηγούμενος ούτος ονομαζόμενος Μελέτιος, (Καλησπεράκης από το χωριό Γωνιές Μαλεβυζίου), και πρόεδρος της επιτροπής (Μαλεβυζίου, Τεμένους και Μεσσαριάς), είναι το πρώτον όργανον της επαναστάσεως, παντού τρέχει και παντού παρευρίσκεται εις παν στρατόπεδον, ενθουσιάζων αυτό. Ο ηγούμενος ούτος είναι άλλος Γερμανός της ελευθέρας Ελλάδος, και αν η Κρήτη είχεν άλλας πέντε τοιούτους προ μηνών ήθελεν έχει άλλην τύχην η νήσος αύτη∙ πεντάκις διέφυγε τας χείρας του εχθρού.
 
Εισήλθον εις τας κατεστραμμένας αυτάς Μονάς και είδον το πλέον φρικωδέστατον θέαμα∙ εξωρυγμένους τους οφθαλμούς του Χριστού και των αγίων, αναποδογυρισμένην την αγίαν τράπεζαν και επ’ αυτών τας κόπρους των Τούρκων και αλόγων∙ τα πρόσωπα των αγίων ηλλοιωμένα προς περιφρόνησιν του χριστιανισμού, εις δε τον τοίχον γεγραμμένας τουρκιστί αισχράς ύβρεις της Παναγίας και των Αγίων.
 
Συλλαμβάνοντες οι βάρβαροι τους ατυχείς γέροντας γονείς, πατέρα ή μητέρα, αδελφήν ή σύζυγον του εν πολέμω ευρισκομένου ανδρός, πάραυτα απέκοπταν ωτία, ρίνα και επομένως κατεκρεούργουν, και άλλων μεν κατέκοπταν την γλώσσαν και τα χείλη και έδιδον εις τον ίδιον ίνα φάγη ως μεζέδες∙ έπειτα του κατεσυνέτριβε τα μέλη παραιτών τούτον ίνα αποθάνη οικτρώς, απειλών επί ποινή θανάτου τον δόσοντα βοήθειαν εις τον παθόντα.
 
Τας δε εγκύους γυναίκας διέσχιζον και εξήγαγον το έμβρυον και έρριπτον αυτό εις την ανθρακιάν στριφογυρίζοντες με το χαντζάρι των λέγοντες, «πρέπει να κατακαίηται το σπέρμα του γκιαούρη». Συλλαμβάνοντες τους αιχμαλώτους των με εξώρυττον τους οφθαλμούς, ετζάκιζον τας χείρας, πόδας, έπειτα ττουςεγκατέλειπον, ίνα αποθάνωσιν ελεεινώς, των δε απέκοπτον τας κεφαλάς εκ του τραχήλου, και σουβλίζοντες ταύτας ή γδαίροντες και γεμίζοντες με άχυρα μετέφερον ταύτας εις τας πόλεις και χωρία προς επίδειξιν.
 
Αι ωμότητες αύται του αιμοχαρούς πασά ηνάγκασαν τους κατοίκους να αποσύρωσι τας οικογενείας των εις τα όρη, εις τας φάραγγας και τα σπήλαια, ήδη, ότε τα υπερβολικά ψύχη και η χιών βασιλεύουσι. Τα χωρία ερημώθησαν και αποκατέστησαν σωροί πετρών. Κοπετοί και οδυρμοί εις τα όρη∙ ένθεν αποθνήσκει πατήρ, εκείθεν μήτηρ, εδώθεν τέκνα μικρά, άλλα από πείναν, άλλα από την γυμνότητα, άλλα από πλευρίτας∙ ενταφιάζονται άνευ ιερέως, εξέλιπεν δε και ο κηρός και ο λίβανος∙ εις πολλά μέρη εκπληρούσι την ιεράν λειτουργίαν τα σαρκοφάγα όρνεα.
Ο χριστιανικός λαός της Κρήτης καταπολεμείται από τα μεγαλείτερα στοιχεία, από τον εντόπιον στρατόν συγκείμενον από 30.000 από τον σουλτανικόν και τον αιγυπτιακόν, εκ 50.000, καταπολεμείται από την πείναν, από τα ψύχη, και πολιορκείται πανταχόθεν δια θαλάσσης και ξηράς, ίνα μη γνωρίζη τουλάχιστον ο κόσμος τα παθήματα του. Και εις ταύτα ο Κρής φαίνεται γενναίος περιφρονών τα πάντα απέναντι της ελευθερίας του. Οι πόλεμοι των Κρητών…»
Επόμενη εβδομάδα: Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΠΑΣΑ
Στην φωτο ο Παύλος Ντεντιδάκης αρχηγός επαρχειών Μαλεβιζίου και Τεμένους.

Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΩΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ; 2810346451


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου